Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Περαστικά παππούλη….




Είδε ο γέροντας τη λιακάδα και αναγάλλιασε η καρδιά του. Είχε μεγάλη λαχτάρα. Να βγει έξω. Έξω από το σπίτι. Την αυλή. Να περπατήσει. Να ξεμουδιάσει. Η γυναίκα του έλειπε. Ήταν στο μποστάνι. Έλειπε από ώρα. Δεν είχε υπομονή να την περιμένει.  Ντύθηκε καλά. Πήρε το μπαστούνι και ξεκίνησε.

Βαριά τα βήματα του. Σερνάμενα. Πάλι καλά. Κόντευε τα 90. Βάδιζε στο στενό πεζοδρόμιο. Δεν είχε άλλη επιλογή. Τα αυτοκίνητα ήταν πολλά σήμερα. Και έτρεχαν.

Το πεζοδρόμιο, όπως όλα της περιοχής, εκεί στον Κουμπέ, ήταν χωρίς πλάκες. Γεμάτο εμπόδια. Ένα υπερυψωμένο καπάκι. Της αποχέτευσης ίσως. Του μπέρδεψε τα πόδια. Έχασε την ισορροπία του. Έπεσε κάτω. Με το πλάι.

Τα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να περνούν. Κανένας οδηγός δεν σταμάτησε. Με τα χίλια ζόρια σηκώθηκε στα γόνατα. Παραπάνω δεν μπορούσε. Πονούσε λίγο στο γοφό. Ήταν. Έμεινε εκεί. Στα τέσσερα. Πάνω από 10 λεπτά. Μέχρι που σταμάτησαν, σχεδόν ταυτόχρονα 2 οδηγοί. Άγνωστοι μεταξύ τους. Τον ρώτησαν αν είχε χτυπήσει, αν πονά πουθενά. Απάντησε αρνητικά. Τον σήκωσαν με πολύ δυσκολία. Ήταν βαρύς. Προσπάθησαν να τον βάλουν στο ένα αυτοκίνητο. Για να τον πάνε σπίτι του. Εκεί ήθελε να πάει. Μα δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Δεν μπορούσε να περπατήσει. Τον κρατούσαν εκεί όρθιο. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Ειδοποίησαν τη γυναίκα του, μέσω κινητού.  Πήραν και το 166.

Πρώτη ήρθε η γυναίκα του. Από μακριά φώναζε. Κατακόκκινη.

Μου ήθελες και βόλτα παλιόγερε. Να τώρα. Έπεσες. Μισερώθηκες. Δεν με λυπάσαι; Πως θα σε νταγιαντίζω εδά;

Το ασθενοφόρο αργούσε να έρθει. Ακολούθησε τηλεφώνημα στο 100. Μέσα σε 10 λεπτά ήρθε επιτέλους. Ο συνοδηγός , που ήταν και ανειδίκευτος, είχε όρεξη για κουβέντα. Και πλακίτσα.

Άντε κάνατε μια καλή πράξη σήμερα. Παππού που πονάς; Ωχ, μόλις πάμε στο νοσοκομείο, σε βλέπω στο χειρουργείο. Και καλά σαράντα μετά….

(Αφιερωμένη αυτή η ιστορία,  εξαιρετικά.  Σε έναν  γνωστό Χανιώτη. Ο οποίος κάθε φορά που μιλά και γράφει για αλληλεγγύη,  μία ρεύση,  την παθαίνει. Στο κάτω  αριστερό-σφαίριο του. Καθότι "αριστερός". Πέρασε με το μηχανάκι του. Και δεν σταμάτησε… )

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Κάντε το καλό….





Περνάμε. Με τα αυτοκίνητα μας. Τα μηχανάκια μας. Οπουδήποτε. Βλέπουμε έναν άνθρωπο. Έναν γέροντα. Πεσμένο στο έδαφος. Πάνω στο οδόστρωμα. Ανήμπορο να σηκωθεί. Και δεν σταματάμε. Γιατί; Τι φοβόμαστε; Μην μείνουν οι δουλειές μας πίσω; Μην μπλέξουμε;  Ένας άνθρωπος είναι. Ένας ανήμπορος.  Που χρειάζεται βοήθεια. Βοήθεια.  Να τον σηκώσουμε. Να ειδοποιήσομε τους δικούς του. Αν έχει χτυπήσει να καλέσουμε ασθενοφόρο. Και αν υπάρχει κάποιος που σταμάτησε να βοηθήσει. Που προσπαθεί να τον σηκώσει. Μόνος του. Ας σταματήσουμε.  Να βοηθήσουμε. Τόσο δύσκολο είναι; Στη θέση του θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε από εμάς. Ή κάποιος δικός μας. 


Κατά τα άλλα το πνεύμα των Χριστουγέννων μας μάρανε. Και η κατά χιλιάδες. Φιλάνθρωπη συμμετοχή μας  στο Σάνταραν….

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Όρια στα «όργια».



Δεν είναι πλακίτσα.
 Το ανάλγητο.
Το ανήθικο. 


Της γελοιότητας….

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Η φιλάνθρωπος μαϊμού.





Στα μέσα της δεκαετίας του 90 ήταν. Ένας φαμελιάρης αγρότης.  Και δη πολύτεκνος. Καλό ανθρωπάκι. Φιλήσυχος. Κατέβαινε με τη γυναίκα του και κάποια από τα μεγαλύτερα παιδιά του, στη λαϊκή του Σαββάτου. Ξεκινούσε από τις Στέρνες με ένα τεράστιο τρακτέρ φορτωμένο πατάτες. Για να τις πουλήσει. Άδεια λαϊκής είχε.  Θέση μόνιμη, το σταγονίδιο του Κουτσόγιωργα, που έκανε κουμάντο τότε,  δεν του έδινε. Έπρεπε να βολέψει πρώτα τους κουμπάρους και τα ρουσφέτια του Μανώλη και του Σίφη.  Έτσι ο Στερνιανός, έμπαινε όπου τον άφηναν οι συνάδελφοι του. Όταν δεν έβρισκε, έστηνε τον πάγκο του στην είσοδο του παρκινγκ της Ρεγγίνας. Την ίδια θέση γαλίφιαζε και ένας έμπορας. Ελεεινός και τρισάθλιος. Παρατρεχάμενος. Πρωτοπαλίκαρο  γνωστών γαλάζιων κομματαρχών. Τραμπούκος. Άδεια δεν είχε. Δεν μπορούσε να έχει. Η γυναίκα του είχε καφενείο. Και αυτός μπαινόβγαινε στις φυλακές. Στον πάγκο συνήθως δούλευαν οι 2 γιοί  του.

Οι φασαρίες, μεταξύ τους,  ήταν συχνές.  Ένα Σάββατο ξημερώματα έφτασε πρώτος  ο Στερνιανός. Έστησε το πάγκο του, έξω από τη λαϊκή,  αφού δεν βρήκε μέσα και πήγε στο καφενείο, κάτω στις  Χιόνες, να πιει καφέ. Όταν ήρθε η φαμίλια, βρήκε το μέρος πιασμένο. Χάλασαν το πάγκο, πέταξαν τις πατάτες και έστησαν το δικό τους,  με τη δική τους πατατο-πραμάτεια. Αιγύπτου, βαπτισμένη πότε «Μαλίων» και πότε «Λασιθίου». Παρμένη  βερεσέ από την λαχαναγορά. Ως απούλητα υπολείμματα της Παρασκευής.  Όταν ήρθε ο Στεριανός και είδε τι του είχαν κάνει, δεν μίλησε. Πήγε στο τρακτέρ  που το είχε παρκάρει στη πάνω μεριά της αλάνας. Το έβαλε μπροστά, μαρσάρισε και πήρε φόρα. Στη κατηφόρα της αλάνας. Με φουλ τα γκάζια. Λίγο πριν φτάσει στο πάγκο, έκοψε απότομα το τιμόνι όλο δεξιά. Το τρακτέρ γύρισε θεριό ανήμερο. Μουγκρίζοντας. Το πίσω μέρος του διέλυσε τον πάγκο της φαμίλιας. Σε ελάχιστο χρόνο και πριν προλάβουν να αντιδράσουν,  είχε κάνει το ίδιο άλλες 3 φορές. Διάλυσε τα πάντα. Κάπου εκεί η  φαμίλια συνήλθε και άρχισε  να τον κυνηγά. Βλαστημώντας τον. Ο ένας γιός κρατούσε  ένα σιδερολοστό. Τσίριζε. Ούρλιαζε. Χοροπηδούσε. Αφηνιασμένος.  Σαν την Τσίτα του Ταρζάν. Και προσπαθούσε να χτυπήσει τον Στερνιανό. Αλλά που να τον φτάσει….
 Αρκετά χρόνια αργότερα, ένα σχόλιο μου στα «Χανιώτικα Νέα» είχε ενοχλήσει τον τότε βαψομαλλιά Αντιδήμαρχο. Μου έστειλε χαιρετίσματα με ένα Κοκκινομετοχιανό ανθυπάρχοντα, κολλητάρι του.  Και ένα μήνυμα. Πως  θέλει να κουβεντιάσουμε. Όχι στο γραφείο του στο Δήμο, μα σε άλλη υπηρεσία του Δημοσίου, που ήταν προϊστάμενος. Αρνήθηκα και ζήτησα να απαντήσει δημόσια μέσω της εφημερίδας, αν θεωρούσε ότι τον είχα θίξει. Μετά από λίγες ημέρες το … πουλάκι ξανάρθε. Με το ίδιο μήνυμα. Και την απειλή ότι αν δεν πάω, να κουβεντιάσουμε, μπορεί να βρεθεί κάποιος να με κάνει μαύρο στο ξύλο.  Ενημέρωσα αμέσως, τον τότε Αρχισυντάκτη των «Χανιώτικων Νέων», ο οποίος με συμβούλεψε, μεταξύ άλλων, να πάω. Και πήγα. Κατόπιν ραντεβού. Μέσα στο γραφείο, εγώ, το «Κοκκινομετοχιανό πουλάκι», ο βαψομαλλιάς και απέξω  άγρυπνος φρουρός, ο σωματοφύλακας του. Δεν ήταν άλλος από τον  κραδαίνοντα τον σιδερολοστό και χοροπηδούντα ωσάν τη μαϊμού, που σας προανέφερα.  
Ό ίδιος Αντιδήμαρχος ήταν που τον βόλεψε για ένα διάστημα, κάπου στον Δήμο, σαν νυχτοφύλακα. Για να προστατέψει λέει την περιουσία του Δήμου από τις κλοπές. Που βεβαίως συνεχίστηκαν. Κάπου εκεί βόλεψε και τη γυναίκα του. Στα ενδιάμεσα έγινε και ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού. 

Σε αυτή την άθλια εποχή που ζούμε,  κάθε Λαμπροχριστούγεννα, το παίζει φιλάνθρωπος. Μοιράζει πατάτες. Πάντα ως ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού. Με την απαραίτητη παρουσία τηλεοπτικών συνεργείων και φωτογραφικών μηχανών........


(Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις,  έχει να κάνει με τον παραλογισμό της μελονομακαρονοκουραμπιεδοκατάστασης του στομαχιού, λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης των ημερών .)