Ανέβαινα τη Παπαναστασίου. Στα
Λενταριανά. Πριν από λίγο.
Φτάνοντας στο ύψος του Αγίου Χαραλάμπους,
είδα από το απέναντι πεζοδρόμιο, ένα συνάνθρωπο μας, που στη προσπάθεια του να κατέβει στο οδόστρωμα,
να πέφτει μπρούμουτα και να χτυπά στο κεφάλι. Έπεσε κάθετα στο δρόμο κλείνοντας
το μισό σχεδόν αντίθετο ρεύμα. Της καθόδου. Μέχρι να συνειδητοποιήσω το γεγονός
και να σταματήσω, πέρασαν αρκετά αυτοκίνητα. Όλοι είχαν δει τι είχε γίνει. Κανείς
δεν σταμάτησε να βοηθήσει. Πήγα τρέχοντας κοντά του. Είχε κτυπήσει στη μύτη και
στο κούτελο. Κοντά στο φρύδι. Έτρεχαν αίματα. Προσπαθούσε με τα χέρια να σηκωθεί. Μάταια. Ήταν ένας ηλικιωμένος ιερέας.
Δεν είχε επιπλέον αντοχές. Φορούσε και πολλά ρούχα. Δεν ήθελε να τον βοηθήσω. Με το ζόρι τον σήκωσα.
Πρώτα στα γόνατα και μετά όρθιο. Έφυγε πετώντας μου ένα «Καλά είμαι. Έτυχε να πέσω».
Αφήνοντας με σύξυλο.
Εν τω μεταξύ τα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να
περνούν. Οι οδηγοί κοιτούσαν αδιάφορα. Κόβοντας ταχύτητα.