Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

Τα έρημα….




Ανέμους έσπειραν.


Θύελλες θερίζουν.



 

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ήμαρτον Παναγία μου!





Άγιοι Πατέρες.
Της Ορθόδοξης υμών Εκκλησίας.
Εκτός από την Παναγία την Αγιοταφίτισσα.
Μήπως υπάρχει και άλλη Παναγία.
Που να λέγεται Σκελιδοσκορδοφυτεύτρια;
Αν ναι, στείλτε τη σας παρακαλώ.
Μία τουρνέ.


Στο χωράφι μου.
Μπας και βάλει.
Τα θαυματουργά της χεράκια.
Να φυτευτούν επιτέλους.
Τα σκόρδα μου.
Όχι.
Εσάς δεν σας χρειάζομαι.
Με τόσο χώμα.
Ποτισμένο.
Από τις πρόσφατες βροχές.
Νοτισμένο.
Από τον τίμιο ιδρώτα των προκατόχων μου.
Θα λερωθούν.
Τα χρυσοπίκοιλτα.
Ιερά άμφια σας.
Και είναι κρίμα.
Αμαρτία μεγάλη.... 

Τελικά.
Αν  θέλει κάποιος.
Να πάει στο Παράδεισο.
Και το παλεύει όπως μπορεί.  
Μίζα χρειάζεται να δώσει. 
Στο τζουμπεδαριό…
 

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Αλί-μπερτά….


                                                                                                                  




Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Αγαπάει ο Θεός τις κλέφτρες, μα αγαπάει και τον νοικοκύρη.



Κόντευε σούρουπο. Και ήμουν ακόμα στα χωράφια. Μετά από 9 ώρες σχεδόν, συνεχούς εργασίας. Κουρασμένος, παγωμένος και νηστικός. Προσπαθούσα να τελειώσω τα ατέλειωτα. Κάνοντας αγώνα δρόμου για να προλάβω. Κάποια στιγμή άκουσα γυναικείες ομιλίες στη κάτω μεριά. Εκεί που φύτρωνε το άγριο ραδίκι. Παράτησα τη δουλειά και κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Όντως ήταν 2 κοντογειτόνισσες.  Της κάτω ρούγας. Και των υψηλών δωμάτων. Από αυτές τις θεούσες. Πελάτισσες του Άγιου Παντελεήμονα. Της εκκλησίας. Όχι του Αγίου. Που τα βαπτίζουν  όλα αδέσποτα. Ιδιοκτησίας του Θεού τους.   Έβγαζαν ραδίκι. Τις άφησα και γύρισα τα μπρος πίσω. Πήρα μια άδεια κλούβα, τα τσιγάρα μου και το καφεδοξέπλυμα που έσερνα από το πρωί μαζί μου. Έκατσα πίσω από μία ρίζα ελιάς και τις παρακολουθούσα. Κρυμμένος. Μέσα σε 20 λεπτά είχαν μαζέψει όσο είχα παραγγελιά την επομένη. Εκεί  παρουσιάστηκα. Μόνο τσα που δεν τους έκανα. Δεν ήθελα να με  περάσουν μέσα στο μισοσκόταδο ως τον Μιχαήλ Αρχάγγελο. Και βάλουν τις στριγκλιές. Τους βούτηξα, ευγενικά  τις τσάντες και τις ξαπόστειλα στο καλό. Και όχι στον αγάερτο. Κιχ δεν έβγαλαν. Όταν το ζύγιασα, ήταν μισό κιλό παραπάνω από αυτό που ήθελα. Το κράτησα για μένα. Νοστιμότερο ραδίκι δεν έχω ξαναφάει….