Ήσουν και εσύ εκεί.
Στη πλατεία.
Φορούσες παντελόνι μπλού-μπέρι, φούτερ λά-κόστ, μπουφάν ναύ-τικά και παπούτσια αθλητικά, πέτσινα, λί-βάϊς. Με παιδιά, σύζυγο, πεθερικά και γονείς. Όλοι βολεμένοι, γενεές 14, στο Δημόσιο.
Τα μεγάφωνα γύρω σου, φώναζαν για «Αντίσταση, Ανατροπή, Επανάσταση». Λέξεις που κάποτε στο άκουσμα τους, έβγαζες καντήλες. Χωνόσουν πιο βαθιά στο καναπέ σου. Γινόσουν ένα με τα πουπουλένια μαξιλάρια. Βολεμένος χαμαιλέοντας. Τώρα απλώς δεν τις άκουγες. Ή έκανες πως δεν άκουγες. Κουβέντιαζες. Έκανες κοζερί. Επιδεικνυόσουν. Για δήθεν αντίσταση.
Είχαμε συναντηθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Μέσα σε γραφεία. Εσύ άρχοντας και εγώ πληβείος. Με είχες και περίμενα. Επειδή έπαιζες πασιέντζα και ποδοσφαιράκι στον υπολογιστή σου. Ή έκανες δημόσιες σχέσεις με τα γκομενάκια και τα τεκνά του βιβλίου φατσών. Κουβέντιαζες με συναδέλφους σου. Μιλούσες στο τηλέφωνο για το πόσο ωραία πέρασες το προηγούμενο βράδυ σε κοινωνική συγκέντρωση του σιναφιού σου. Δεν σε έβρισκα στο γραφείο, μα σε συναντούσα στο δρόμο, να χαζεύεις στις βιτρίνες ή να τρως τυρόπιτα και να πίνεις καφέ στο ορθάδικο της γωνίας. Μου ζητούσες κάθε φορά επιπλέον και διαφορετικά δικαιολογητικά. Ή με έστελνες βόλτα, χωρίς λόγο, σε άλλες υπηρεσίες ή σε γραφεία συναδέλφων σου. Καταχώνιαζες ή έχανες τα χαρτιά που σου έφερνα. Ναι, αξιώθηκα να σε δω να κάνεις και πιστολάκι στα μαλλιά σου, καθώς έφτασες με καθυστέρηση 2 ωρών στη δουλειά σου και δεν είχες προλάβει να … ομορφύνεις!
Τώρα ξεβολεύτηκες. Ή μάλλον σε ξεβόλεψαν. Γίνεσαι θύμα ενός χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος. Που εσύ διατηρούσες και δυνάμωνες, χρόνια με τη ψήφο σου. Με τις ανοχές σου. Χωρίς ενοχές. Λειτουργούσατε σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Σήκωνες το τηλέφωνο και καλούσες.
- Έλα Κώστα, Σιφαλιό, Ντορούλα, Χρήστο, Μανώλη, Άκη, Μάκη, Πάκη, Σάκη…..
Αυτά τελείωσαν. Και ζεις μέσα στο φόβο. Για το φόβο. Περιπλανιέσαι χαμένος μέσα στο αδιέξοδο λαβύρινθο που χρόνια εσύ έχτιζες. Δεν ονειρεύεσαι ένα καλύτερο μέλλον. Δεν μπορείς πια. Κάθε μέρα που περνάει σε παραδίνει στην επόμενη, ακόμα πιο φοβισμένο.
Άδικα φοβάσαι.
Θα τα καταφέρεις.
Σε αυτό το πηχτό και ζοφερό βάλτο που ζούμε, πάντα τα κατάφερνες. Εις βάρος των συναδέλφων σου. Που ήταν συνεπείς. Εις βάρος των συνανθρώπων σου, που έμμεσα σε πλήρωναν. Και με το παραπάνω. Θέλοντας και μη….











