Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Ο κήπος της Εδέμ.


Κάποτε.
Τότε που ταξίδευα.
Με τα καράβια τα χιώτικα.
Σε ένα από αυτά.
Ο καπετάνιος που και αυτός δεν ήταν Χιώτης.
Αλλά Αρβανίτης.
Από τα Παλούκια.
...... Σαλαμίνος.
Τρελαινόταν
Είχε ψύχωση.


Με τα αβοκάντο.
Τα ταξίδια βόλευαν.
Στο κόλπο του Μεξικού.
Είχε όσα αβοκάντο ήθελε.
Τους σπόρους δεν τους πέταγε.
Άλλους τους φύτευε σε γλάστρες.
Και άλλους τους έβαζε στο νερό.
Σε ότι δοχείο έβρισκε.


Τσιτωμένους σε οδοντογλυφίδες.
Όλο το καράβι.
Ήταν γεμάτο με αβοκαντιές.
Διαφόρων διαστάσεων.
Τις πρόσεχε σαν τα μάτια του.
Στις βαρδιόλες
και στη  κόντρα γέφυρα είχε φυτέψει,
τις πιο μεγάλες,
σε βαρέλια.
Κομμένα δυο στη μέση.
Και κοτσαρισμένα γερά
στους εξωτερικούς μπουλμέδες.
Παρά την αλμύρα της θάλασσας  
οι μικρές αβοκαντιές
ήταν καταπράσινες.
Αβοκάντο όμως δεν έκαναν.
Μέχρι που πέσαμε σε τυφώνα.
Λίγο πριν τις εκβολές του Μισισιπή.
Ίσα ίσα
που προλάβαμε και δέσαμε
στη Νέα Ορλεάνη
πριν το ξέσπασμα του.
Δεν άφησε ούτε μία.
Σε μια ξαφνική ριπή του ανέμου
τις πείρε όλες μαζεμένες.
Το μόνο που άκουσα,
μέσα από τη γέφυρα
ήταν ο χτύπος.
Δεν πρόλαβα να δω τίποτα.
Ούτε καν τις σκιές.
Μπαμ και φύγανε!
Σαν τα φαντάσματα.
Ότι έβαλε πλερέζες
για τις χαμένες αβοκαντιές,
έβαλε.
Φύτεψε όμως άλλες.
Την επόμενη ημέρα
Όταν του είπα ότι στα Χανιά.
Παράγουμε αβοκάντο.
Με ειρωνεύτηκε.
Δεν με πίστεψε.
Το έκανε μάλιστα
και θέμα την ώρα του καφέ.
Σχολιάζοντας αρνητικά.
Έφυγα νευριασμένος.
Πεισμωμένος.
Πετώντας του ότι,
 είτε του αρέσει είτε όχι
η Κρήτη είναι παράδεισος.
Οι νέες αβοκαντιές του δεν προόδευσαν.
Μία μία κιτρίνιζε και ξεραινόταν.
Επειδή ήταν και προληπτικός, 
νόμιζε ότι τις γκαντέμιασε ο τυφώνας.
Μα δεν έφταιγε ο τυφώνας.
Άλλος τις γκαντέμιαζε.
Με το .... αγίασμα που τους έβαζε.
Κατά τη διάρκεια της νυχτερινής του βάρδιας.


Καπτάν Γιώργη.
Η Κρήτη εξακολουθεί να είναι παράδεισος.
Εκτός από αβοκάντο.


Τώρα παράγει και μάνγκο!






Δεν υπάρχουν σχόλια: