Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Μακάβριο.




Μόλις που είχα κατέβει από την ελιά.
Καταϊδρωμένος.
Κουρασμένος.
Χτύπησε το ρημάδι.
Το κινητό.
Ήταν μία μακρινή συγγενής.
Από το σόι του πατέρα μου.
Η «γρουσούζα».
Ή «νεκροθάφτρα».
Από αυτήν μαθαίνουμε πάντα.
Τις αρρώστιες.
Τα θανατικά.
Του σογιού.
Αυτή είναι η χαρά της.
Μόλις μάθει κάτι.
Καβαλικεύει τα τηλέφωνα.
Σκέφτηκα να μην απαντήσω.
Μα δεν θα με άφηνε σε ησυχία.
Απάντησα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα.
Αγωνιώντας για το ποιόν ή ποιά χτυπά η καμπάνα.
-Έλα Νίκο. Η Βούλα είμαι. Τι κάνεις;
-Καλά. Μαζώνω ελιές. Ψάχνω βοηθούς.
(Ειδικά εσύ, μακριά και αλάργα!)
-Η μαμά σου τι κάνει;
(Ωχ…)
-Καλά είναι. Το πρωί που την είδα για λίγο, μια χαρά ήταν.
-Παίρνω τηλέφωνο και δεν απαντά. Παίρνω και στην αδελφή σου το ίδιο.
(Ξανά ωχ…)
-Η αδελφή μου, εδώ είναι. Ταΐζει τις κότες της.
-Το ξέρετε ότι πέθανε η θεία σου;
-Όχι δεν το ξέρω. Δεν με έχει πάρει κανείς τηλέφωνο. Πότε;
-Πριν από λίγο. Μου τόπε η αδελφή μου. Άκουσε στριγκλιές και φωνές από τη γειτονιά.
-Δεν ξέρω ρε Βούλα. Τι να σου πω. Από το πρωί λείπω. Πάντως σε ευχαριστώ που με ενημέρωσες.
(Κάργια)
-Κρίμα μωρέ. Χθες την είδα. Μια χαρά ήταν. Ζωή σε σας.
-Και σε σας.
(Κουρούνα)
Φώναξα την αδελφή μου.
Της είπα ποια ήταν και γιατί με πήρε.
-Α μωρέ,  μα αυτή είναι παλαβή. Αποκλείεται. Πριν από λίγο είδα τις ξαδέλφες μας. Γυρνάγανε από τη λαϊκή. Μες τη καλή χαρά ήταν.
Όντως.
Οι ξαδέλφες είχαν πάει λαϊκή.
Στο γυρισμό τους.
Φορτωμένες.
Έμαθαν και αυτές.
Από τη Βούλα.
Για τη μάνα τους.
Με τη ψυχή στο στόμα.
Ξεγλωσσιασμένες.
Τρέξανε στο σπίτι της.
Ήταν μια χαρά.
Όπως την είχαν αφήσει.
Απλώς ήταν στενοχωρεμένη.
Είχε πεθάνει μια γειτόνισσα.
Από τότε.
Οι ξαδέλφες μου.
Ψάχνουνε τη Βούλα.
Για να τη κάνουν μαύρη.
Από το ξύλο.
Και να μην της αφίσουν τρίχα.
Στη κεφαλή.
Τους συνέστησα.
Να ξεκινήσουν το ψάξιμο.
Από τις κηδείες της ημέρας.
Κάπου θα τη πετύχουν.
Χωμένη στην ουρά των συλλυπητηρίων.
Ή της μακαρίας….




Δεν υπάρχουν σχόλια: