Πριν από λίγες ημέρες, όντας πολύ κουρασμένος, κοινώς λιώμα, έπεσα νωρίς για ύπνο. Με την ελπίδα ότι το επόμενο πρωί θα ξυπνούσα φρέσκος και ξεκούραστος. Για να συνεχίσω το μόχθο της επιβίωσης.
Συνήθως όταν είμαι πολύ κουρασμένος πέφτω σε λήθαργο. Βαθύ και γλυκό. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Ότι και αν συμβεί.
Δυστυχώς εκείνο το βράδυ, αυτό δεν συνέβη.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, από εκεί βαθιά που βρισκόμουν, άκουσα δυνατές αντρικές φωνές. Κάτι ανάμεσα σε ουρλιαχτά, γκαρίσματα και ριζίτικα τραγούδια.
«Άνοιξε μάνα τη πόρτα, άνοιξε, να καμαρώσεις το ντελικανή το γιο σου»
Κάτι τέτοιο. Στο πιο μαντιναδάτο.
Μουσική συνοδεία όλων αυτών, οι στριγκλιές της μάνας.
Ανησύχησα. Φοβήθηκα. Μήπως έπαθε κάτι άσχημο, ένα γειτονάκι. Με το μηχανάκι. Ως γειτονιά, έχουμε προϊστορία από τέτοιους «άδικους» χαμούς πιτσιρικάδων. Από τροχαία.
Ντύθηκα καλά, γιατί είχε ψοφόκρυο και βγήκα έξω στην αυλή.
Ο ντελικανής ήταν υγιέστατος. Και μεθυσμένος. Το ίδιο και η παρέα του. Οι φίλοι του. Είχε έρθει με μετάθεση από το μέτωπο της Ρόδου. Εκεί υπηρετούσε τη καλή πατρίδα. Τον ερχομό του, τον φύλαγαν έκπληξη στη κανακαροκαμένη μάνα.
Δεν άργησαν, σε κάθε τραγουδιστικό «έλα – έλα» να αμολούν και πιστολιές. Χαροκοπιάς. Ξιπασμένης. Ανισόρροπης. Μεθυσμένης.
Εξαγριωμένος μπήκα μέσα άρον – άρον. Κατευθείαν πήρα τηλέφωνο το 100. Ο κακός γείτονας! Ο ρουφιάνος! Συστήθηκα στο όργανο υπηρεσίας. Είπα γιατί τον κάλεσα. Για άσκοπους πυροβολισμούς. Έδωσα όνομα και διεύθυνση.
-Δεν μου λέτε κύριε, τσακώνονται ή γλέντι είναι;
-Γλέντι.
-Καααα-λά!
Με ευχαρίστησε, μου ευχήθηκε ευγενικά «καλό ξημέρωμα» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Η φασαρία συνεχίστηκε για αρκετή ακόμα ώρα. Η νύστα με είχε στείλει συστημένο στην αϋπνία. Έβαλα στο φουλ τον απορροφητήρα της κουζίνας. Μπας και ο θόρυβος του, «ρουφήξει» τη φασαρία. Άνοιξα και τη τηλεόραση. Κάπου έπαιζε μία συναυλία των Locomondo.
Η αστυνομία δεν ήρθε. Οι καλοί μου γείτονες σταμάτησαν τη φασαρία και τους πυροβολισμούς, την ώρα που ήθελαν. Και μένα με πήρε ο ύπνος τα ξημερώματα.
Σήμερα διάβασα στις εφημερίδες, ότι ο υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, κ. Όθωνας, επιβεβαίωσε τις φήμες, που σερνόταν για μέρες στο διαδίκτυο. Ότι θα εισπράττει η Αστυνομία ανταποδοτικά τέλη από τους πολίτες. Για παροχή υπηρεσιών.
Αργήσατε κ. Όθωνα. Αργήσατε πολύ. Διότι αν ίσχυε αυτό το «ανταποδοτικό όφελος» και αν έταζα στο όργανο του 100, ένα κατοστάρικο, θα ερχόταν, πριν έλθει να βρει εμένα ή κάποιον άλλο γείτονα, η αδέσποτη σφαίρα.
Ευτυχώς δεν μας βρήκε αυτή η τρελή και αδέσποτη.
Έτσι γλιτώσαμε το 100άρικο και φυσικά τη σωματική ακεραιότητα μας.
Οι πολιτικές και υπηρεσιακές συνειδήσεις, ας παραμείνουν ήσυχες.
Το μεσημέρι ξεθεωμένος από τα διάφορα, είπα να ξεκουραστώ λίγο παραπάνω. Όχι να κοιμηθώ. Έτσι να χαζολογήσω. Τηλεοπτικά. Είχα τη περιέργεια να δω στις τοπικές ειδήσεις, για το φονικό που έγινε στα Κεραμειά. Εκεί όπου οι βοσκοί βγάλανε τα κουμπούρια τους. Για να δούνε ποιος έχει το μακρύτερο. Βοσκότοπο.
Και είδα τον καλοθρεμμένο ηγέτη των «ανεξάρτητων Ελλήνων»! Που έχει κατέβει στο Ηράκλειο για προεκλογική τουρνέ. Με ξέχειλα τα ξύγκια της καλοπέρασης, να προηγούνται στο διάβα του. Το ποδαράτο. Χωρίς τα οφ-σορ ελικόπτερα. Παρατρεχάμενοι του, άλλοι ξυγκάτοι. Στο πιο άγριο. Στο πιο αηδιαστικό. Ανάμεσα τους ξεχώριζε ένας αδύνατος.Ένας πολύ γνωστός. Γεροντόπαιδο. Και δημοσιογράφος. Της παλιάς σχολής. Της παροπλισμένης κιτρινίλας. Ο Τέρενς Κουίκ.
Ναι κορίτσια. Και αγόρια. Ο Τέρεν-ςςς!
Όχι δεν ξιπάστηκα. Δεν τσιμπήθηκα. Δεν ε-ξε-πλάγην. Απλώς ξενύσταξα. Γιατί ήμουν έτοιμος να κοιμηθώ στη καρέκλα. Με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Γλίτωσα και τη πιθανή πτώση.
Έφτιαξα ένα καφέ, έκλεισα τη τηλεόραση και βγήκα στην αυλή. Πίνοντας το καφέ, αναρωτιόμουν.
Αυτά που έτρωγε. Ο Τέρενς. Επί πρωθυπουργίας του Κωστάκη από τη κρατική τηλεόραση, αφού στα ιδιωτικά κανάλια δεν είχε πια πέραση. Επί υπουργίας του Χατζηγάκη στο Αγροτικής Ανάπτυξης, από τον ΟΓΕΕΚΑ «Δήμητρα», ως αργόμισθος. Μαζί με δεκάδες άλλους παπαγάλους της ίδιας συνομοταξίας. Δεν τα χώνεψε; Παρά τα έφτυσε κατάμουτρα στα πρώην αφεντικά του;
Είναι δύσκολο να δοθεί ένας μοναδικός ορισμός της έννοιας της ποιότητας, γιατί είναι διαφορετικοί οι τρόποι που ο καθένας προσεγγίζει το θέμα.
Εάν θεωρήσουμε σαν στοιχείο αναφοράς τις διεθνείς νόρμες ISO, η ποιότητα ορίζεται ως ‘‘η δυνατότητα να ικανοποιεί εκφρασμένες ή σιωπηρές, ακόμα και τεχνηέντως καθοδηγούμενες, ανάγκες του πελάτη’’. Αυτός ο ορισμός της ποιότητας υπονοεί ότι, δεν υπάρχει μία ενιαία ποιότητα, γιατί δεν υπάρχει ένας τύπος πελάτη.
Για παράδειγμα, σε μια αγροτική επιχείρηση ο πελάτης είναι ο τελικός καταναλωτής μόνο όταν πουλάει ο παραγωγός, απευθείας τα προϊόντα του, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις πρέπει να ικανοποιεί τις διαφορετικές ανάγκες των ενδιάμεσων πελατών της αλυσίδας διανομής (χονδρέμπορους, σουπερμάρκετ, μικρότερα καταστήματα κλπ), οι οποίοι έχουν ανάγκες και προτεραιότητες διαφορετικές μεταξύ τους και συχνά διαφορετικές από εκείνες του τελικού καταναλωτή.
Επιπλέον κάθε πελάτης έχει διαφορετικές ανάγκες και προτεραιότητες γιατί, κάποιοι επιλέγουν με βάση την υγεία, άλλοι με βάση οργανωτικές ανάγκες, άλλοι με βάση την τιμή, την εντοποιότητα κλπ.
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αναφερόμαστε σε μια ενιαία ποιότητα, αλλά σε ένα σύνολο ποιοτήτων, που ‘‘υπάρχουν’’ σε ένα προϊόν.
Μια έρευνα των Schleswig-Holstein (D) κατέγραψε για τα προϊόντα διατροφής, διαφορετικούς τύπους ποιότητας και σχετικές παραμέτρους αξιολόγησης.
Σύμφωνα με την έρευνα μπορούμε να μιλάμε για:
• Ποιότητα φυσιολογική διατροφική: αναφερόμενη στο περιεχόμενο των διατροφικών συστατικών του προϊόντος
• Ποιότητα αισθητική: αναφερόμενη στη γεύση και στην αποδοχή ενός προϊόντος
• Ποιότητα υγιεινής και ασφάλειας: αναφερόμενη στην απουσία μικροοργανισμών και άλλων ανεπιθύμητων ουσιών (συντηρητικά, βελτιωτικά γεύσης ή χρωστικές ουσίες) και υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων.
• Ποιότητα τεχνολογική: αναφερόμενη στην προσαρμοστικότητα ενός προϊόντος στη μεταποιητική διαδικασία
• Ποιότητα οικολογική: αναφερόμενη στις επιπτώσεις των μεθόδων παραγωγής στο περιβάλλον
• Ποιότητα κοινωνική: αναφερόμενη στις επιπτώσεις των μεθόδων καλλιέργειας στα εισοδήματα των παραγωγών και στο κόστος των προϊόντων για τους καταναλωτές.
Εκτός από αυτά τα χαρακτηριστικά, τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται ένας νέος τύπος ποιότητας σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχονται μαζί με το προϊόν. Αυτές μπορεί να συνδέονται με τον τρόπο παράδοσης (πχ. ειδικές συσκευασίες) ή με την προετοιμασία του προϊόντος (πχ. έτοιμες σαλάτες βραστές στον ατμό ή συσκευασίες σε κενό ή σαλάτες φρέσκιες).
Η δυσκολία στον προσδιορισμό της ποιότητας ενός προϊόντος αυξάνει περισσότερο από το γεγονός ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τρόποι να δούμε τα τρόφιμα και να αποδείξουμε την ποιότητά τους…
Ο πρώτος θεωρεί το τρόφιμο σαν ένα μηχανικό σύστημα, το οποίο αποτελείται από το άθροισμα των διαφορετικών μερών και όχι συνδεδεμένων μεταξύ τους. Η ποιότητα μετριέται καταγράφοντας τα
διάφορα διατροφικά στοιχεία, υπολογίζοντας πως το αποτέλεσμα του αθροίσματος των μεμονωμένων στοιχείων συμπίπτει με τη λήψη ολόκληρου του τροφίμου. Είναι σαν να τρώγαμε ένα φρούτο 200 γραμμαρίων χωρισμένο στα επιμέρους συστατικά του, δηλαδή θεωρεί ότι θα ήταν το ίδιο εάν καταναλώναμε 180,4 g νερό, 1,6 g πρωτεΐνες, 0,2 g λιπαρά, 12,2 g σάκχαρα, 4,2 g διατροφικές ίνες, 6 g κάλιο κλπ.
Ο δεύτερος θεωρεί πως το τρόφιμο είναι ‘‘ζωή για τη ζωή’’, οπότε τρώγοντας ένα φρούτο σημαίνει πως έναςζωντανός οργανισμός απορροφά έναν άλλο ζωντανό οργανισμό και αυτό είναι ένα ζήτημα που διαφέρει από την κατανάλωση ξεχωριστά όλων των συστατικών που το απαρτίζουν. Γιατί το τρόφιμο σαν σύνολο έχει χαρακτηριστικά και ιδιότητες κατά πολύ ανώτερες από το άθροισμα των επιμέρους συστατικών του.
Ένα παράδειγμα για να καθοριστεί ακριβέστερα αυτή η διαφορά: Για τους υποστηρικτές του πρώτου τρόπου ένα γάλα πλήρες μακράς διάρκειας και ένα γάλα πλήρες ολίγων ημερών, που έχουν τα ίδια θρεπτικά συστατικά, είναι το ίδιο πράγμα. Ενώ για τους υποστηρικτές του δεύτερου τρόπου το πλήρες γάλα ολίγων ημερών είναι καλύτερο, γιατί πιο ζωντανό (λήγει σε λίγες ημέρες από την παραγωγή του και μοιάζει πιο πολύ στο αρχικό προϊόν).
Από αυτές τις δύο φιλοσοφίες σκέψης, γεννιούνται δύο διαφορετικοί μέθοδοι για την αξιολόγηση της ποιότητας. Η πρώτη περίπτωση αναφέρεται σε ‘‘κλασικές’’ μεθόδους με προσδιορισμό κάποιων παραμέτρων όπως, νερό, πρωτεΐνες, λιπαρά, σάκχαρα, βιταμίνες, ίνες, θερμίδες κλπ, χρησιμοποιώντας φυσικά και χημικά μέσα μέτρησης. Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται σε ‘‘εναλλακτικές’’ μεθόδους, οι οποίες βασίζονται και αξιολογούν τη ζωτικότητα, την αρμονία και την ολοκληρωμένη εικόνα μιας τροφής.
Η αδυναμία να παρουσιαστεί ένας ενιαίος ορισμός της ποιότητας και η διαφορετική προσέγγιση στην αξιολόγηση, καθιστά δύσκολη τη συστηματική ανάλυση των ερευνών που διεξάγονται.
Τέλος στη σύγκριση προϊόντων παραγόμενων με διαφορετικές μεθόδους καλλιέργειας, ο προσδιορισμός των ποιοτικών χαρακτηριστικών επηρεάζεται εκτός από τη μέθοδο παραγωγής, από τον τόπο, τον χρόνο, την ποικιλία, τις κλιματικές συνθήκες κλπ, οι οποίες προσθέτουν περαιτέρω εμπόδια στη συστηματική αντιπαράθεση.