Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Τι έχει μείνει;


Ποιος τη στάχτη  τη παλιά.
Στο μέλλον τη σκορπά. 


Που είναι τα παιδιά;
Που είναι οι άλλοι;
Βάλε  φωτιά.
Φωτιά μεγάλη.
Και όλοι θα  ΄ρθουν ξανά.
Θα  ΄ρθούν;

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Καρακόλια!

Μακάβριο.




Μόλις που είχα κατέβει από την ελιά.
Καταϊδρωμένος.
Κουρασμένος.
Χτύπησε το ρημάδι.
Το κινητό.
Ήταν μία μακρινή συγγενής.
Από το σόι του πατέρα μου.
Η «γρουσούζα».
Ή «νεκροθάφτρα».
Από αυτήν μαθαίνουμε πάντα.
Τις αρρώστιες.
Τα θανατικά.
Του σογιού.
Αυτή είναι η χαρά της.
Μόλις μάθει κάτι.
Καβαλικεύει τα τηλέφωνα.
Σκέφτηκα να μην απαντήσω.
Μα δεν θα με άφηνε σε ησυχία.
Απάντησα όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα.
Αγωνιώντας για το ποιόν ή ποιά χτυπά η καμπάνα.
-Έλα Νίκο. Η Βούλα είμαι. Τι κάνεις;
-Καλά. Μαζώνω ελιές. Ψάχνω βοηθούς.
(Ειδικά εσύ, μακριά και αλάργα!)
-Η μαμά σου τι κάνει;
(Ωχ…)
-Καλά είναι. Το πρωί που την είδα για λίγο, μια χαρά ήταν.
-Παίρνω τηλέφωνο και δεν απαντά. Παίρνω και στην αδελφή σου το ίδιο.
(Ξανά ωχ…)
-Η αδελφή μου, εδώ είναι. Ταΐζει τις κότες της.
-Το ξέρετε ότι πέθανε η θεία σου;
-Όχι δεν το ξέρω. Δεν με έχει πάρει κανείς τηλέφωνο. Πότε;
-Πριν από λίγο. Μου τόπε η αδελφή μου. Άκουσε στριγκλιές και φωνές από τη γειτονιά.
-Δεν ξέρω ρε Βούλα. Τι να σου πω. Από το πρωί λείπω. Πάντως σε ευχαριστώ που με ενημέρωσες.
(Κάργια)
-Κρίμα μωρέ. Χθες την είδα. Μια χαρά ήταν. Ζωή σε σας.
-Και σε σας.
(Κουρούνα)
Φώναξα την αδελφή μου.
Της είπα ποια ήταν και γιατί με πήρε.
-Α μωρέ,  μα αυτή είναι παλαβή. Αποκλείεται. Πριν από λίγο είδα τις ξαδέλφες μας. Γυρνάγανε από τη λαϊκή. Μες τη καλή χαρά ήταν.
Όντως.
Οι ξαδέλφες είχαν πάει λαϊκή.
Στο γυρισμό τους.
Φορτωμένες.
Έμαθαν και αυτές.
Από τη Βούλα.
Για τη μάνα τους.
Με τη ψυχή στο στόμα.
Ξεγλωσσιασμένες.
Τρέξανε στο σπίτι της.
Ήταν μια χαρά.
Όπως την είχαν αφήσει.
Απλώς ήταν στενοχωρεμένη.
Είχε πεθάνει μια γειτόνισσα.
Από τότε.
Οι ξαδέλφες μου.
Ψάχνουνε τη Βούλα.
Για να τη κάνουν μαύρη.
Από το ξύλο.
Και να μην της αφίσουν τρίχα.
Στη κεφαλή.
Τους συνέστησα.
Να ξεκινήσουν το ψάξιμο.
Από τις κηδείες της ημέρας.
Κάπου θα τη πετύχουν.
Χωμένη στην ουρά των συλλυπητηρίων.
Ή της μακαρίας….




Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Διά-ο-λοσο ξανα-φάει!




Μου ζήτησε κλούβες.
Μεγάλες.
Πλαστικές.
Για να κουβαλήσει.
Τις πατάτες.
Που έβγαλε.
Από το χωράφι.
Στο σπίτι του.
Του έδωσα όσες χρειαζόταν.
Δεκαέξι.
Αυτό σημαίνει.
Ότι η παραγωγή του.
Ήταν γύρω στα 300 με 350 κιλά.
Όταν επέστρεψε τις κλούβες.
Ήταν γεμάτες χώματα.
Ενώ τις είχε πάρει καθαρές.
Δεν είπε ούτε ένα ευχαριστώ.
Και δεν έφερε.
Ρεγάλο.
Ούτε μία πατάτα.
Γνωρίζοντας.
Ότι  αγοράζω.
Αφού δεν φύτεψα.  
Να βγάλει την, ας πούμε,  υποχρέωση.
Όχι μόνο για τις κλούβες.
Μα και για όλα τα άλλα.
Που κατά καιρούς του έχω δώσει.
Γιατί, έχω μάθει.
Στη ζωή μου.
Να δίνω.
Ότι μπορώ.
Όσο μπορώ.
Τουλάχιστον.
Εκεί που νομίζω.
Ότι αξίζει.
Όχι γιατί έχω πολλά.
Αλλά γιατί έτσι μου αρέσει.
Ακόμα και αν δεν αξίζει το κόπο.
Από ότι έμαθα.
Εκ των υστέρων.
Σε κανένα δεν έδωσε.
Τις καταχώνιασε.
Στην αποθήκη του.


Δεν πρόλαβε.
Να τις φάει.
Ο μοναχοφαγάς.
 Σάπισαν.
Τις πέταξε νύχτα.
Στις κότες του…..

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Η ανταμοιβή.


Μετά από τόσο κόπο.
Κούραση.


Η μοσχοβολιά.
Του φρεσκοβγαλμένου.
Πρώτου λαδιού.
Η γεύση του.
Μαζί με φρέσκο.
Προζυμάτο ψωμί.
Χοντράλατσο.
Φρέσκο κρεμμύδι.
Είναι ότι πιο καλλίτερο!
Και μετά το κράσο.
Το καλλιτερότερο.
Είναι η κοιμητοπεζούλα!

Τα «ζωντανά».



Χειμώνας έρχεται.
Δεν τα έχει χάσει μόνο ο κοσμάκης.
Που παλτουδιά δεν έχει να αγοράσει.

Μα και τα μυρμήγκια. 


Που χτίζουν ολόκληρους πύργους!


Για να προστατέψουν τις φωλιές τους. 


Από το κρύο και τη βροχή.


Που έρχονται……

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Ελιάς ξεκίνημα, νέοι αγώνες….

Όταν κοιτάς από ψηλά.

Από τη κορυφή της ελιάς.
Ή της σκάλας.


Μοιάζει η γη με ζωγραφιά.....