Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Η άνοια του παρά.


Τον Μάρτιο αυτής της χρονιάς.
Μετά από  οκτώ ολόκληρους μήνες καθυστέρησης.
Μου επεστράφη.
Ο ΦΠΑ.
Της προηγούμενης χρονιάς.
Το ποσό που έπρεπε να πάρω.
Δεν κατατέθηκε στο τραπεζικό λογαριασμό μου.
Κατασχέθηκε.
Όχι για δικά μου χρέη.
Προς το Ελληνικό Δημόσιο.
Προσωπικά,  χρωστάω μόνο της Μιχαλούς.
Αλλά για προηγούμενα χρέη.
Του συνεταιρισμού.
Του οποίου απολαμβάνω.
Μετά πλέριας σαδομαζοχιστικής ευχαριστήσεως.
Το προεδρικό θώκο.
Παρά τη διευθέτηση που έχουμε κάνει.
Και τη κανονικότατη καταβολή των δόσεων.
Αυτό μου είχαν πει τότε.
Που επισκέφτηκα την εφορία.
Και η φετινή επιστροφή του ΦΠΑ κατασχέθηκε.
Όπως επίσης και ένα μικρό ποσό.
Υπόλοιπο  από την επιδότηση του λαδιού.
Τα χρήματα αυτά.
Στο σύνολο τους.
Δεν αφαιρέθηκαν από το χρέος του συνεταιρισμού 
για το οποίο είχαν παρακρατηθεί.
Χθες αναγκάστηκα να επισκεφτώ την εφορία.
Περίμενα ώρες στις ουρές.
Από γραφείο σε γραφείο.
Όταν ήρθε η σειρά μου.
Στο σωστό γραφείο.
Ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος.
Ανάμεσα σε μένα και την υπάλληλο.
Με την ενδιάμεση παρεμβολή ενός χοντρού τζαμιού.
 «Όχι κύριε. Η κατάσχεση των χρημάτων δεν έγινε επειδή είσαστε ο νόμιμος εκπρόσωπος του συνεταιρισμού. Έγινε γιατί χρωστάτε τον ΕΝΦΙΑ».
(Στυλάκι που δεν σήκωνε αντίρρηση.)

«Η παρακράτηση των χρημάτων ξεκίνησε από τον Μάρτιο. Άλλα μου είχατε πει τότε. Ο ΕΝΦΙΑ εφαρμόστηκε τον Σεπτέμβριο. ΄Ήδη την πρώτη δόση την έχω καταβάλει. Αλλά επειδή μία οικοδομή ατελείωτη μου έχει χρεωθεί ως κανονικό σπίτι, περιμένει ο λογιστής μου να ανοίξει το σύστημα για να το διευθετήσουμε και αυτό. Αυτό δεν σημαίνει,  ότι  οι υπόλοιπες δόσεις  δεν θα πληρωθούν. Με κοροϊδεύετε;»


«Όχι κύριε δεν σας κοροϊδεύω. Είμαστε υποχρεωμένοι να σας αφαιρέσουμε τον ΕΝΦΙΑ».
(Βλέμμα ηλίθιο)
«Αν μου αφαιρέσετε λοιπόν τον ΕΝΦΙΑ, τα υπόλοιπα χρήματα θα μου τα δώσετε;»

 «Λυπάμαι κύριε, τα υπόλοιπα χρήματα δεν μπορείτε να τα πάρετε. Θα παραμείνουν υπό κατάσχεση μέχρι να εξοφληθούν οι δόσεις του συνεταιρισμού.»
(Ύφος παραχορτασμένης. Βαριεστημένης   παχιάς μουσκάρας. Που το μόνο που θέλει. Είναι να αμολήσει τη κουράδα της. Και να πάει για ύπνο στο παχνί.)


Πολύ ευχαρίστως θα πέρναγα από τη μέσα μεριά.
Για να τα κάνω γης μαδιάμ.
Λυπήθηκα τη γριούλα.
Που περίμενε υπομονετικά στην ουρά.
Μετά από εμένα.
Για τη σύνταξη της.
Που τη παρακράτησαν.
Αφήνοντας της.
Τριάντα έξι Ευρώ.
Να περάσει με αυτά.
Ένα ολόκληρο μήνα….







1 σχόλιο:

Afrikanos είπε...

αγαμηθείτε - χωρίς τον Νταλάρα