Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Περί ζώων.

Σηκώθηκε αξημέρωτα. Έπρεπε να πάει στο πανηγύρι του Αγίου Φανούρη. Πήγαινε κάθε χρόνο. Δεν είχε χάσει κάτι. Θα έχανε όμως. Σκόπιμα. Την ανθρωπιά του. Το είχε μελετήσει μέρες πριν. Τα σκυλάκι που δέχθηκε με βαριά καρδιά να υιοθετήσουν οι κόρες του, πριν ένα χρόνο περίπου, είχε χάσει τη χάρη του τρισχαριτωμένου …κουλουκιού. Τα παιδιά το είχαν βαρεθεί. Όπως όλα τα παιχνίδια τους. Ενώ είχαν υποσχεθεί, ότι θα το φροντίζουν, δεν έδιναν πια σημασία. Τους είχε γίνει μπελάς. Τον έδεναν; Γάβγιζε με μανία. Δεν άφηνε άνθρωπο να ησυχάσει. Οι γείτονες γκρίνιαζαν. Τον έλυναν; Κατούραγε παντού, δάγκωνε ότι έβρισκε, γέμιζε ο κόσμος τρίχες, δεν υπάκουε. Τελικά ήταν ένα πανηλίθιο σκυλί. Ο Ραταπλάν μπροστά του ήταν … Κλουζώ! Άσε τα έξοδα για το φαΐ του. Το είχαν καλομάθει και τα ξεροκόμματα ούτε που τα μύριζε! Έπρεπε να το ξεφορτωθεί.Σκοτεινά καθώς ήταν, τον βούτηξε από το καναπέ, τον έδεσε με τη χοντρή αλυσίδα και τον ανέβασε στη καρότσα του 4Χ4 αγροτικού του. Είχε μελετήσει που θα τον άφηνε

Και τον άφησε. Απέναντι από το πατρικό μου σπίτι. Δίπλα στο πολύ - γραμματό - κιβώτιο των ΕΛΤΑ. Δεμένο χωρίς νερό και φαγητό. Όλο και κάποιος φιλεύσπλαχνος φιλόζωος θα το λυπόταν και θα το υιοθετούσε.
Στις 6 παρά τέταρτο που έφυγα για το χωράφι, τον είδα. Ή μάλλον πρώτα τον άκουσα να γαβγίζει ανήσυχα. Επίμονα. Δεν ήθελε και πολύ σοφία να καταλάβω.
Όταν ξαναγύρισα μετά από 2 ώρες, ήταν ακόμα εκεί. Πιο ανήσυχος. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω τη διανομή των παραγγελιών, έφευγε για τη δουλειά της η λατρεμένη μου γειτόνισσα.
Τον είδε και θυμήθηκε ότι είχε μέρες να ψάξει το γραμματοκιβώτιο της. Την έπιασε υστερία και άρχισε να φωνάζει. Τον άντρα της. Διότι φοβάται τους σκύλους.
-Σάααακη! Σάααακη!
Ο Θανα-Σάκης βγήκε στο μπαλκόνι, πιο πολύ ενοχλημένος, παρά ανήσυχος, από τις υστερικές φωνές της.
-Τι έπαθες και φωνάζεις.
-Έχουν δέσει ένα κοπρόσκυλο, στο γραμματοκιβώτιο και δεν μπορώ να πάρω τα γράμματα..
- Άσε μας, ρε Όλγα, γι’ αυτό φωνάζεις; Του απέναντι θάνε και θα τον πάρει. Τα γράμματα τα παίρνεις το μεσημέρι.
Και ξαναγύρισε στο καναπέ του, για να μη χάσει την αγαπημένη του Θρασκιά, που έπαιζε στη διαπασών.


Όταν ξαναγύρισα από τις διανομές, το καημένο το ζωντανό ήταν ακόμη εκεί. Όλοι το είχαν δει, όλοι είχαν αναρωτηθεί τίνος είναι και γιατί το έδεσε εκεί. Κανείς όμως δεν του πήγε λίγο νερό να πιει. Του πήγα λίγο νερό και μου έκανε χαρούλες. Παρά το γεγονός ότι ήταν και ανήσυχο και νευρικό. Έκατσα λίγη ώρα και το παρακολουθούσα από απόσταση. Πίνοντας το καφέ και σκεπτόμενος τι θα ήταν καλύτερα να κάνω;
Κάθε φορά που πέρναγε αυτοκίνητο αγροτικό σηκωνόταν και γάβγιζε. Στα υπόλοιπα αυτοκίνητα απλώς κοίταζε.
Τελειώνοντας το καφέ, πήγα κοντά του. Το χάιδεψα. Έτρεμε. Το έλυσα. Με κοίταξε και γάβγισε. Μου μύρισε τα πόδια. Ύστερα κοίταξε μια πάνω μια κάτω και χωρίς κανένα δισταγμό, άρχισε να τρέχει προς τα κάτω. Έφευγε συστημένος. Για να βρει το αφεντικό του….
Ο οποίος όταν γύρισε από το πανηγύρι, αργά το μεσημέρι, φουσκωμένος και με μια ξύδα αφόρητη στο στομάχι, από τις φανουρόπιτες, τα σουβλάκια και τις μπύρες, τον είδε. Τον περίμενε στα σκαλοπάτια.....

2 σχόλια:

Nikos.Lioliopoulos είπε...

Ζωα πραγματι...

Ishkandar είπε...

Κοιτάξτε γύρω σας... Τα σκουπίδια, τους κανίβαλους που οδηγούν καταπάνω στους ποδηλάτες, τα σπασμένα πεζοδρόμια! Δεν αγαπάμε ούτε τους εαυτούς μας. Πώς ν'αγαπήσουμε τα ζώα?