Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Στ' άρματα, στ' άρματα....

Καλό μήνα

και

Καλή Λευτεριά!

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Περί ζώων.

Σηκώθηκε αξημέρωτα. Έπρεπε να πάει στο πανηγύρι του Αγίου Φανούρη. Πήγαινε κάθε χρόνο. Δεν είχε χάσει κάτι. Θα έχανε όμως. Σκόπιμα. Την ανθρωπιά του. Το είχε μελετήσει μέρες πριν. Τα σκυλάκι που δέχθηκε με βαριά καρδιά να υιοθετήσουν οι κόρες του, πριν ένα χρόνο περίπου, είχε χάσει τη χάρη του τρισχαριτωμένου …κουλουκιού. Τα παιδιά το είχαν βαρεθεί. Όπως όλα τα παιχνίδια τους. Ενώ είχαν υποσχεθεί, ότι θα το φροντίζουν, δεν έδιναν πια σημασία. Τους είχε γίνει μπελάς. Τον έδεναν; Γάβγιζε με μανία. Δεν άφηνε άνθρωπο να ησυχάσει. Οι γείτονες γκρίνιαζαν. Τον έλυναν; Κατούραγε παντού, δάγκωνε ότι έβρισκε, γέμιζε ο κόσμος τρίχες, δεν υπάκουε. Τελικά ήταν ένα πανηλίθιο σκυλί. Ο Ραταπλάν μπροστά του ήταν … Κλουζώ! Άσε τα έξοδα για το φαΐ του. Το είχαν καλομάθει και τα ξεροκόμματα ούτε που τα μύριζε! Έπρεπε να το ξεφορτωθεί.Σκοτεινά καθώς ήταν, τον βούτηξε από το καναπέ, τον έδεσε με τη χοντρή αλυσίδα και τον ανέβασε στη καρότσα του 4Χ4 αγροτικού του. Είχε μελετήσει που θα τον άφηνε

Και τον άφησε. Απέναντι από το πατρικό μου σπίτι. Δίπλα στο πολύ - γραμματό - κιβώτιο των ΕΛΤΑ. Δεμένο χωρίς νερό και φαγητό. Όλο και κάποιος φιλεύσπλαχνος φιλόζωος θα το λυπόταν και θα το υιοθετούσε.
Στις 6 παρά τέταρτο που έφυγα για το χωράφι, τον είδα. Ή μάλλον πρώτα τον άκουσα να γαβγίζει ανήσυχα. Επίμονα. Δεν ήθελε και πολύ σοφία να καταλάβω.
Όταν ξαναγύρισα μετά από 2 ώρες, ήταν ακόμα εκεί. Πιο ανήσυχος. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω τη διανομή των παραγγελιών, έφευγε για τη δουλειά της η λατρεμένη μου γειτόνισσα.
Τον είδε και θυμήθηκε ότι είχε μέρες να ψάξει το γραμματοκιβώτιο της. Την έπιασε υστερία και άρχισε να φωνάζει. Τον άντρα της. Διότι φοβάται τους σκύλους.
-Σάααακη! Σάααακη!
Ο Θανα-Σάκης βγήκε στο μπαλκόνι, πιο πολύ ενοχλημένος, παρά ανήσυχος, από τις υστερικές φωνές της.
-Τι έπαθες και φωνάζεις.
-Έχουν δέσει ένα κοπρόσκυλο, στο γραμματοκιβώτιο και δεν μπορώ να πάρω τα γράμματα..
- Άσε μας, ρε Όλγα, γι’ αυτό φωνάζεις; Του απέναντι θάνε και θα τον πάρει. Τα γράμματα τα παίρνεις το μεσημέρι.
Και ξαναγύρισε στο καναπέ του, για να μη χάσει την αγαπημένη του Θρασκιά, που έπαιζε στη διαπασών.


Όταν ξαναγύρισα από τις διανομές, το καημένο το ζωντανό ήταν ακόμη εκεί. Όλοι το είχαν δει, όλοι είχαν αναρωτηθεί τίνος είναι και γιατί το έδεσε εκεί. Κανείς όμως δεν του πήγε λίγο νερό να πιει. Του πήγα λίγο νερό και μου έκανε χαρούλες. Παρά το γεγονός ότι ήταν και ανήσυχο και νευρικό. Έκατσα λίγη ώρα και το παρακολουθούσα από απόσταση. Πίνοντας το καφέ και σκεπτόμενος τι θα ήταν καλύτερα να κάνω;
Κάθε φορά που πέρναγε αυτοκίνητο αγροτικό σηκωνόταν και γάβγιζε. Στα υπόλοιπα αυτοκίνητα απλώς κοίταζε.
Τελειώνοντας το καφέ, πήγα κοντά του. Το χάιδεψα. Έτρεμε. Το έλυσα. Με κοίταξε και γάβγισε. Μου μύρισε τα πόδια. Ύστερα κοίταξε μια πάνω μια κάτω και χωρίς κανένα δισταγμό, άρχισε να τρέχει προς τα κάτω. Έφευγε συστημένος. Για να βρει το αφεντικό του….
Ο οποίος όταν γύρισε από το πανηγύρι, αργά το μεσημέρι, φουσκωμένος και με μια ξύδα αφόρητη στο στομάχι, από τις φανουρόπιτες, τα σουβλάκια και τις μπύρες, τον είδε. Τον περίμενε στα σκαλοπάτια.....

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Εκάψανε τη Πρέβελη, εκάψανε ντη!

Με πήγανε για πρώτη φορά, το καλοκαίρι του 1981. Ένα φιλικό ζευγάρι Ελληνο Ελβετών. Με μάγεψε. Από τότε πήγαινα τακτικότατα. Και ας ήταν ξεθεωμός το πήγαινε έλα. Οι επισκέπτες ακόμα και τον Αύγουστο μήνα, ήταν ελάχιστοι. Οι περισσότεροι Γερμανοί.
Επικρατούσε η ησυχία, η καθαριότητα και ο σεβασμός, σε ότι μας περιέβαλε.


Χρόνια αργότερα ήρθαν τα καραβάκια, οι ομπρελο ξαπλώστρες, η καντίνα, τα σκουπίδια. Οι χιλιάδες, επί καθημερινής βάσεως επισκέπτες. Η θάλασσα ήταν μέρες που θύμιζε βούρκο. Δεν έβρισκες μέρος να την αράξεις. Από τη πολυκοσμία , τη φασαρία και τα σκουπίδια.
Δεν ξαναπάτησα το πόδι μου εκεί.
Ο ευλογημένος τόπος, από τότε είχε πεθάνει. Αυτός ο θάνατος δεν ενοχλούσε κανένα. Γιατί όλοι τα κονομούσαν. Ο καθένας με τον τρόπο του. Και όλοι μαζί αναπτυξιακά.


Τώρα που κάηκε, όλοι κλαίνε.
Σαν τους κροκόδειλους.
Όχι γιατί έγινε στάχτη, μα γιατί θα χάσουνε τα φράγκα.
Ναι δεν στεναχωρέθηκα που κάηκε.
Το αντίθετο.
Χάρηκα…..




Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Ε, ρε γλέντια!

Με τα τόσα «ανεξάρτητα» μπαϊράκια, που υψώνονται, για τις «Καλλικράτειες» εκλογές, θα ζήσομε ως ψηφοφόροι, πρωτόγνωρες ημέρες δόξας.
Λαμπρές στιγμές Εθνικής Παλιγγενεσίας!

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

Σκα-φά-τα.

Ανήμερα της Παναγίας.
Πουρνό – πουρνό.
Πήρε τους δρόμους.
Καρόδρομους.
Οδηγούσε με τις ώρες.
Καταχτυπήθηκε.
Τον έπιασε η μέση του.
Κράμπα στο δεξί πόδι.
Το κεφάλι.
Ζέστη.
Σκόνη.
Έκαψε όλο το πετρέλαιο, που χύθηκε τσάμπα και βερεσέ στο κόλπο του Μεξικού.
Όλα αυτά για να φτάσει στην αγαπημένη του ερημική παραλία.
Που επισκέπτεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα.
Ανελλιπώς.
Σαν τάμα.
Στον εαυτό του.
Για να ηρεμήσει.
Μακριά από το σύγχρονο πολιτισμό μας.
Έφτασε κάποια ώρα.
Ευλογημένη ώρα.
Μα….

«Αργότερα, αργότερα ήρθανε τα κότερα».
Κατά τον Μπόστ.
Πολύ αργότερα, έφτασαν τα φουσκατά.
Η μύτη μαράθηκε από το καυσαέριο.
Τα αυτιά βούλωσαν από τα μπιτ των σκύλο-ποπ και σκύλο-κρητικών.
Τα μάτια ζαλίστηκαν από το μέτρημα των άδειων μπουκαλιών μπύρας και ουίσκι, που ταξίδεψαν προς το βυθό.
Δημιουργώντας, ένα νέο τεχνητό ύφαλο για τη θαλάσσια χλωρίδα και πανίδα.
Αποχαιρέτησε με βαριά καρδιά τη παραλία «του».
Παίρνοντας μαζί του, για ενθύμιο, μια πλαστική τσάντα ζαχαροπλαστείου.
Που ξέβρασε το κύμα.
Εκεί που σκάει.
Στην άμμο.
Με το περιεχόμενο της.
Μια κούτα με διαλυμένες πάστες.
Νουγκατίνες.
Και του χρόνου;
Ζαμαί, των ζαμών!
Καλλίτερα στη Παναγία του Σουμελά.
Αν είναι εκεί και ο «Εθνάρχης Άνθιμος», με τους πύρινους λόγους του, ακόμα καλλίτερα…..



Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Πάντα τέτοιες επιτυχίες!

Τι έγινε παιδιά;
Ψάχνατε να βρείτε τη φαγωμένη επιταγή των 15.000 Ευρώ, στον απόπατο του δράστη επιχειρηματία και αφού τη βρήκατε, τη πλύνατε, τη στεγνώσατε, τη σιδερώσατε, μας τη μοστράρατε ως πρώτο θέμα και κάνατε γαργάρα τις «ξεφτίλες» της προηγούμενης εβδομάδας;
Έ;

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Niaou – niaou, ον δε μμμπλό-γγγκσζ.

Ήμουν λέει εκδότης.
Εβδομαδιαίας εφημερίδας.
Στην επαρχιακή πόλη που ζούμε.
Μέσω αυτής της εφημερίδας έβγαζα γλώσσα.
Μόνο για να γλύφω.
Τους κατέχοντες την εξουσία.
Ή τους επιθυμούντες να τη κατακτήσουν.
Είχαμε και εκλογές.
Η εφημερίδα δεν έφτανε.
Έπρεπε να το παίξω και αλλιώς.
Πιο μοντέρνα.
Στο πνεύμα της εποχής.
Έφτιαξα ένα μμμ-πλό-ννγγκ.
Έγραφα και αντέγραφα.
Κυρίως αντέγραφα.
Μεσ’ τη τρελή … φρεσκάδα.
Το μμμ-πλό-ννγγκ, όμως δεν το ήξερε, ούτε η μάνα του, η Γκού-ν-γγκλ.
Δεν ζορίστηκα και πολύ.
Έβαλα, στην εφημερίδα μου, ένα πρωτοσέλιδο, αναφορά.
Για το θρασύτατο, ανώνυμο μμμ-πλό-ννγγγκ.
Και την έκανα.
Χέστηκα, μετά συγχωρήσεως, στο τάλιρο!
Ύστερα ξύπνησα.
Πλούσιος.
Στον ιδρώτα.
Και στο κοιλόπονο.
Τα πολλά σύκα, που είχα φάει από βραδύς, είχαν λειτουργήσει.
Προλάβαινα, δεν προλάβαινα….

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Για ένα κομμάτι ψωμί.

Ένα 8χρονο παιδί πιάστηκε σε μία αγορά στο Ιράν να κλέβει ψωμί
Στο όνομα του Ισλάμ το παιδί πρέπει να τιμωρηθεί.

Ένα αυτοκίνητο θα πατήσει το χέρι του.


Θα χάσει για πάντα τη δυνατότητα να ξαναχρησιμοποιήσει το χέρι του.



Διαδώστε το.
ΥΓ: Ευχαριστώ τη Στέλλα που μου το έστειλε.





Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Σύγχρονη αμαζόνα!

Ο δρόμος ήταν ίσιος, φαρδύς, λίγο κατηφορικός και άδειος. Οδηγούσε τη βέσπα της αμέριμνη. Έτρεχε αρκετά γρήγορα. Η κατάμαυρη αλογοουρά της ανέμιζε όπως της φοράδας την ώρα που καλπάζει. Το κράνος, το φορούσε ο αριστερός της αγκώνας. Το άσπρο κοντό λουλουδάτο φουστάκι της, με τη βοήθεια του αέρα, άφηνε να φανούν μέχρι ψηλά τα πόδια της.
Αυτό ήταν το πρώτο που είδα. Έβγαινα από τον αγροτικό δρόμο πολύ προσεκτικά. Δεν είχα ορατότητα από τα αριστερά μου. Ακριβώς πάνω στην έξοδο ήταν σταματημένο ένα τεράστιο φορτηγό.
Με το που την είδα, κοκάλωσα το αυτοκίνητο. Είχα βγει σχεδόν ο μισός στο κεντρικό δρόμο.
Εκείνη με είχε δει. Δεν έκοψε ταχύτητα. Πέρασε από μπροστά μου κοιτώντας με άγρια. Πέταξε με μεγάλη δόση επιθετικότητας ένα «μπάρμπα τον παίρνεις!». Και συνέχισε τη πορεία της.
Δεν της απάντησα. Δεν πρόλαβα. Απλά χαμογέλασα συγκαταβατικά. Δεν ήταν η πρώτη παλιμπαιδίζουσα 40ντάρα που με αποκαλούσε «μπάρμπα».
Λίγο παρακάτω και πριν προλάβει να εμπεδώσει τη χαρά της νίκης της, τη περίμενε ο εχθρός. Ένας εχθρός ύπουλος, επιθετικός, θρασύδειλος.
Ήταν ένα μαύρο σκουλάτο, προς το ράστα περισσότερο, μεσαίου μεγέθους, αδέσποτο κανίς γκριφόν.
Είχε κρυφτεί πίσω από τη ρόδα ενός παρκαρισμένου αυτοκινήτου. Και περίμενε. Πήρε φόρα λίγα μέτρα πριν φτάσει η βέσπα. Πετάχτηκε ξαφνικά, γαβγίζοντας άγρια.
Ακολούθησε μία στριγκλιά. Ήταν η αμαζόνα! Που έχασε τον έλεγχο της βέσπας και…
…. Αλλού πήγαν η βέσπα, αλλού το κράνος, αλλού τα χρυσοποίκιλτα κλατσαράκια και αλλού η νεαρά.
Ο σκύλος τρομαγμένος από τις στριγκλιές και το θόρυβο της βέσπας, που έπεσε και σερνόταν με το πλάι στο δρόμο, έβαλε την ουρά στα σκέλια και εξαφανίστηκε.
Έτρεξα και την αναμάζωξα. Είχε σπάσει πιθανώς το χέρι της, πονούσε στο στήθος και τα γδαρσίματα στα πόδια και στο κεφάλι, ήταν επιπόλαια μεν, πολλά δε. Ήρθε τη πήρε το ασθενοφόρο που φώναξα.
Ευχαριστώ είπε.
Συγνώμη δεν ζήτησε…..