Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Πανηγυριώτικα.


Ζαλωθήκαμε τη πίστη μας, την αρτοπλασία και ξεκινήσαμε. Πρωί-πρωί. Κατά τις .... 9! Με τα πόδια. Για το ερημοκλήσι. Του Τίμιου Σταυρού. Που γιόρταζε. 

Το πετρόκτιστο και πρόσφατα ανακαινισμένο εκκλησάκι, είναι κτισμένο, ανάμεσα σε πεύκα και κέδρα. Στη μέση της Γαύδου. Λίγο πιο κάτω από το Καστρί. Με θέα τα Σφακιά. Και το ενδιάμεσο γαλάζιο της θάλασσας.
Το κλίμα δεν ήταν της Θείας Κατάνυξης. Δεν βοηθούσε η  ένρινη στριγκλιά φωνή του παπά. Και το αδιάκοπο κουβεντολόι της παπαδιάς. Μέσα στην εκκλησία. Ακουγόταν μέχρι έξω. Ήταν σαν να διαλαλούσε, από τη καντίνα του παπαδό-παιδοβούβαλου της, τοποθετημένη ένα χιλιόμετρο πριν από τη Τρυπητή, τη πραμάτεια της. Τη Γαυδιότικη σπεσιαλιτέ της. Κέικ με ούζο και ινδοκάρυδο. Ο ψάλτης αρκετές φορές σταμάτησε το ψάλσιμο και της έκανε παρατηρήσεις. Ο παπάς που να τολμήσει. Εκείνη χαμπάρι δεν έπαιρνε. Συνέχιζε σαν κομμένη κεφαλή.

Ο ψάλτης δεν ήταν άλλος από τον Πωγωνάτο. Τον πάλαι ποτέ Αντινομάρχη του Υψηλοτάτου. Αρμόδιο επί του πρωτογενούς τομέα. Τότε στις καλές εποχές. Των ευτραφών αγελάδων. Που τις κατασπάραζαν, χωρίς να φαίνονται, τα «σαρκοβόρα αρνιά». Βάζοντας έτσι γερές βάσεις, για τη σημερινή κατάσταση της Χανιώτικης υπαίθρου.
Πριν 13 χρόνια  και για πολύ λίγο, είχαμε συνεργαστεί. Τότε ήμουν πρόεδρος του Σωματείου πωλητών λαϊκών αγορών. Φρέσκος. Ορεξάτος. Αφιέρωσα πολύ χρόνο. Παρατώντας τις δουλειές μου. Τόλμησα να καταγράψω τα προβλήματα των λαϊκών αγορών. Να χαλάσω αρκετή φαιά ουσία. Να ψάξω να βρω λύσεις. Είχα το θράσος,  να τα βάλω όλα σε ένα υπόμνημα. Έντεκα σελίδων. Και ακόμα χειρότερα. Να του το παραδώσω, παρουσία δημοσιογράφων. Την ημέρα και την ώρα που του το παραδίδαμε, στο γραφείο του, με τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου, είχε φροντίσει να στείλει τη Τουριστική Αστυνομία, στο χώρο που γινόταν η λαϊκή αγορά. Όχι για έναν έλεγχο απλό. Μα για κανονικό ξετίναγμα. Έτσι. Για να μας σπάσει το τσαμπουκά. Από τα προβλήματα δεν παραδέχτηκε κανένα. Ούτε καν αυτά που έβλεπε όλος ο κόσμος. Οι καταναλωτές. Και ο ίδιος. Όταν καταδεχόταν τα Σάββατα να πουλάει κλάτσαρα και στρίνκ. Στο πάγκο του κολλητού του. Που δεν είχε άδεια.
Από τότε και για το λίγο διάστημα που παρέμεινα πρόεδρος, έκοψα κάθε επαφή και επικοινωνία μαζί του. Άρχισα να τον «κτυπώ», μέσω του «Φουρόγατου», των «Χανιώτικων Νέων» και της ΕΡΑ Χανίων. Όποτε μπορούσα. Μόνο έτσι κατάφερα να γίνουν κάποια πράγματα. Μέχρι που παραιτήθηκα από το προεδριλίκι. Και σταμάτησα να πηγαίνω στη λαϊκή.
Τον «καμάρωνα» όμως. Που στις πολλές, για εκείνη την εποχή κινητοποιήσεις των αγροτών, μοστράριζε το κορδισμό του. Στη κορυφή της Νομαρχιακής σκάλας.
Από τότε είχα να τον δω.

 Όταν μετά τη λειτουργία, κάναμε γιουρούσι στα νόστιμα πανηγυριώτικα εδέσματα, άρτους, κουκιά και ρεβίθια Γαυδιότικα, αυτός πάλι εκόρδιζε. Με την ίδια παλιά έπαρση. Με είδε από μακριά. Με απέφευγε. Όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ούτε και εγώ τον πλησίασα. Ούτε του μίλησα. Του μίλησε όμως ένας Γαυδιότης.
«Το φίλο σου τον Άκη, τονε  βάλανε μέσα. Εσένα γιάντα σ΄έχουνε ακόμης όξω;»
Έκανε πως δεν άκουσε. Ζήτησε από τη παπαδιά να του δώσει τον άρτο που του αναλογούσε. Ως πληρωμή για το ψαλτιλίκι. Εκείνη του έδωσε κάτι λιγότερο από τον μισό. Όταν τον έβαζε η γυναίκα του στη τσάντα της, ο Γαυδιότης τον αποτέλειωσε.
«Τα χούγια σου βλέπω, δεν τα κόβεις. Όπου πας, χορτάτος φεύγεις. Και βάζεις και στη τσέπη».
Εκεί μαράθηκε εντελώς. Αντάλλαξαν ματιές με τη γυναίκα του ζεματισμένοι. Μπήκαν στη τζιπάρα τους και έφυγαν.
Να πω ότι τα κουκιά και τα ρεβίθια, μουλιασμένα από βραδύς στο νερό, μετά από αυτό, μου φάνηκαν πιο νόστιμα; Το λέω! Ήταν πεντανόστιμα…..

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σκληρός και αδυσώπητος. Όσο πρέπει, όπως πάντα.
P.P.

ΠΑ. ΝΙΚΟΣ είπε...

Ναι; Άλλοι με λένε "φίδι κολοβό"!