Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Το τάξιμο.



Την τελευταία φορά που πήγα στον Κάστελο του Αποκόρωνα, τον γενέθλιο τόπο της μητέρας μου, ήταν πριν κάμποσα χρόνια. Σε ένα παράταιρο γάμο. Παράταιρο,  γιατί δεν στέριωσε, μα και γιατί ο κουμπάρος είχε ξεχάσει τις βέρες.

Πέρυσι, την ημέρα της Ανάστασης, το μεσημέρι που τρώγαμε, εγώ,  η μητέρα μου και η γυναίκα που την πρόσεχε, της είπα ότι μόλις γίνει λίγο καλλίτερα, θα την πήγαινα «στο χωριό».  Να δει πως έγινε. Με τις βίλες και τα εξοχικά.  Να σμίξει με  τις εν ζωή αδελφές της που έμεναν στον Κουρνά. Να πάει στο πατρικό της. Στον τάφο των γονιών της. 


 Είχε ήδη βαρύνει πολύ. Δεν έκανε προσπάθειες να περπατήσει πια. Είχε παραιτηθεί  από τη ζωή εντελώς. 


Δυστυχώς  κάθε μέρα η κατάσταση της χειροτέρευε. Το τάξιμο μου δεν έγινε πραγματικότητα. 


Αρρώστησα, με καρκίνο.  Εκείνη πέθανε,  ευτυχώς στο σπίτι της. Ήσυχα. Και όχι πεταμένη σε ένα άθλιο «ίδρυμα» - αποθήκη  γερόντων, στη ριζοβουνιά της Μαλάξας. 


Λίγο πριν μπω στο νοσοκομείο. Πριν εκείνη χάσει  την νοημοσύνη της, πρόλαβα να την αποχαιρετήσω. Λέγοντας της ότι θα πάω στην Αθήνα για λίγες ημέρες. Να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο. 

Της ζήτησα την ευχή της για καλό ταξίδι.  Με κοίταξε βαθειά. Ερευνητικά. Δεν μίλησε . 

Μαμά κατάλαβες τι σου είπα; Ναι παιδί μου, κατάλαβα. Να προσέχεις. Δώσμου και εσύ την ευχή σου. Της φίλησα το χέρι. Και έφυγα για το νοσοκομείο. 

Το Σάββατο που μας πέρασε, πήγα. Έκανα το τάξιμο. Σαν να ήταν παρούσα. 


Συγνώμη μάνα. Δεν σκέφτηκα να σου φέρω ένα μάτσο λουλούδια. Κομμένα από τον Κουμαρέ. Τον Λαγκό. Τον Πλατανέ. Τις Παπούρες.


Δεν με άφησε να το σκεφτώ η συγκίνηση και το μούδιασμα. Το μούδιασμα, στα χέρια, στα πόδια, στον εγκέφαλο. Κατάλοιπο  της χημειοθεραπείας που με έχει διαλύσει…. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: