Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Το "αφορεσμένο βρομοθήλυκο".


 Ο μπαμπάς δεν πήγε στη δουλειά. Για 2 ημέρες. Είχε αυτή τη πολυτέλεια. «Επιχειρηματίας» γαρ. Τη μία ημέρα καθάρισε το σπίτι. Την άλλη έστρωσε τα χαλιά, στόλισε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, έβαλε τα υπόλοιπα εορταστικά μπιχλιμπίδια σε αυλές και μπαλκόνια και τέλος έκανε κάποιες προετοιμασίες για τα φαγητά που θα μαγείρευε.
Η μαμά αφιέρωσε το χρόνο της, για  τις αγορές της. Το καλλωπισμό της. Τουαλέτες, κοθόρνους κλπ. Ανέλαβε και την ευθύνη των καλεσμάτων. Κάλεσε, τηλεφωνικώς, παππούδες, γιαγιάδες, θείους, θείες, ξαδέλφια, ανίψια, όλο το σόι, τέλος πάντων. Τελευταίο άφησε το κουμπάρο. Το νονό της μικρής. Του παράγγειλε και το δώρο που ήθελε η βαφτισημιά.
Όλα αυτά για την ονομαστική  εορτή – γενέθλια της 5χρονης κόρης τους. Κάθε χρόνο τη γιόρταζαν. «Επιθυμία» της μικρής.
Το απόγευμα της εορτής, η μαμά πήγε στο κομμωτήριο. Ο μπαμπάς μαγείρευε. Και η γιαγιά, η μαμά της μαμάς, πήρε την εγγονή να πάνε στο πολυκατάστημα που τα δίνει όλα τζάμπα. Για να διαλέξει η μικρή το δώρο της.

 Στην είσοδο του πολυκαταστήματος, ήταν μία τσιγγάνα. Μαζί με το παιδί της. Στην ίδια ηλικία με τη μικρή. Ζητιάνευε μοστράροντας το. Είδε η μικρή το συνομήλικο της παιδί   και το λυπήθηκε.  Ζήτησε από τη γιαγιά της να το πάρουν στο σπίτι. Επίμονα. Επιτακτικά. Η γιαγιά είχε άλλη γνώμη. Αγνόησε τη μικρή.  Που άρχισε να τσιρίζει και να καταχτυπιέται.
«Το γυφτάκι θέλω. Θέλω να πάρουμε το γυφτάκι στο σπίτι. Το φτωχό γυφτάκι θέλω»!
Η τσιγγάνα  τρόμαξε. Πήρε το παιδί της και εξαφανίστηκε. Και η γιαγιά με την εγγονή επίσης. Άρον άρον και κατασυγχυσμένη.  Σε όλο το δρόμο η εγγόνα έκλαιγε. Στο σπίτι που πήγαν, κλείστηκε στο δωμάτιο της και φώναζε με όλη τη δύναμη της, τα ίδια.
«Το γυφτάκι θέλω. Θέλω να πάρουμε το  γυφτάκι σπίτι. Το φτωχό γυφτάκι θέλω».
Ο μπαμπάς προσπάθησε να της εξηγήσει ότι αυτό δεν γίνεται. Η μικρή το βιολί της. Την άφησε με την ελπίδα ότι θα κουραστεί, θα κοιμηθεί και θα της περάσει το καπρίτσιο.
Όταν γύρισε και η μαμά, μια ταραχή τη πήρε.  Ήλπιζε και αυτή ότι θα της περάσει.
Αμ δε!
Αργότερα, η εορτάζουσα, δεν θέλησε να ντυθεί με τα καλά της ρούχα. Καθόταν πεισμωμένη στο κρεβάτι της οκλαδόν και με τα χέρια της κρατούσε δυνατά τα κάγκελα του κρεβατιού. Επαναλαμβάνοντας το γνωστό μοτίβο.
Όταν ξεκίνησε η γιορτή, η μαμά ήταν επί της υποδοχής. Στολισμένη. Αλλά, με τα νεύρα τσατάλια. Και μια μούρη να! Μέσα στη ξινίλα. Και για τη μικρή αλλά και για τη συννυφάδα της. Που είχε αλλάξει χρώμα στο μαλλί. Το είχε  κάνει κορακίσιο. Το ίδιο με  το δικό της. Από ξεπλυμένη ξανθιά. Χώρια το χειμωνιάτικο ξώπλατο και τα υπόλοιπα. Ο μπαμπάς έβαζε τις τελευταίες πινελιές στους μεζέδες και έστρωνε το μπουφέ. Η μικρή άφαντη. Στο δωμάτιο της. Αδιάλλακτη. Να κλαίει και να φωνάζει. «Το γυφτάκι θέλω». Αδιάφορη για το αν τα άλλα παιδάκια είχαν κάνει γιουρούσι στα παιχνίδια της.
Όταν ήρθε ο νονός, καθυστερημένος σκόπιμα,  και αφού χαιρέτησε, ευχήθηκε κλπ, άκουσε τη γιαγιά, να του λέει:
"Είδες κουμπάρο, το αφορεσμένο βρομοθήλυκο; Ήντα ευκή τούδωκες;"

Δεν υπάρχουν σχόλια: