Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Το «Μανουσιώ».





Δεν μπορούσα να το κρατήσω.  Όταν ήρθε.  Για να μπει στη ζωή μου. 



Ήμουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Άγχος, ξενύχτια, πολύ δουλειά, κούραση, γιατροί, νοσοκομεία.  Μέχρι να αλαφρώσω λίγο  από τα βάσανα μου,  ασχολιόμουν ελάχιστα μαζί του.



 Μου το ζήτησαν δύο. Δεν το έδωσα. Το κράτησα. Γιατί έστω και αυτή η ελάχιστη ενασχόληση μαζί του κατάφερε και με έδεσε. Ήταν αγαπησιάρικο. Πανέξυπνο.  Παιχνιδιάρικο στη ώρα του. Ήσυχο.  Τα έπαιρνε όλα αμέσως. Τακιμιάσαμε χωρίς πολλά πολλά. 



Το βάφτισα «Μανούσο».  Το χρώμα του,  το μέγεθος του,  η άγρια φάτσα του με παρέπεμπαν σε  κάποιους μαυροπουκαμισάδες που γνωρίζω. Με αυτό το όνομα. Και που κατά βάθος είναι ψυχούλες. 



Επειδή δεν ήθελα να το δέσω το πήρα στο χωράφι. Προσαρμόστηκε αμέσως. 



Χρησιμοποιώ παρελθόντα χρόνο γιατί ένα  πρωί δεν ήρθε να μου κάνει χαρούλες.
Να με προϋπαντήσει. 
Το βρήκα να κοιμάται. 
Έτσι νόμισα. 
Είχε το κεφάλι του ακουμπισμένο στο δεξί του πόδι. 
Ήταν νεκρό. Στο στόμα του  και έξω από αυτό, υπήρχαν αφροί.  Είχε φάει φόλα. Δια χειρός Βαβά. Όπου Βαβάς ένας κακός γείτονας. Που ενοχλήθηκε από τη παρουσία του σκύλου στο περιφραγμένο χωράφι μου. Φοβήθηκε για την …. αδεσποτοσύνη των κοτών και των κατσικιών του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: