Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Αχ αυτά τα βούρλα!


Προχωρημένο απόγευμα ήταν. Λίγο μετά τη χούντα και κατά τη διάρκεια της πρώτης προεκλογικής περιόδου της μεταπολίτευσης.
  Όλα τα παιδιά της γειτονιάς είχαμε ξεχυθεί στο δρόμο. Όπως κάθε απόγευμα που δεν έβρεχε. 


Παρέες – παρέες. Παιχνίδι – παιχνίδι. 

 Ποδόσφαιρο, ξυλίκι, μήλα, ψείρες, αμάδες, μέλισσα, μακρά γαϊδούρα, βώλοι, κρυφτό και κυνηγητό. 

 Τα παιχνίδια της εποχής δηλαδή.


Έτσι όπως παίζαμε αμέριμνα μας την έπεσε ο «μαύρος». Πρώην «χίτης». Και πλιατσικολόγος. Στα χρόνια του εμφυλίου.
-         Γιάτε, βρε σεις, σε λίγο θα έρθει ο Μητσοτάκης στο καφενείο του Καϊρη. Θαρθείτε να του παίξετε παλαμάκια. Όποιος δεν έρθει θα τον κάνω μαύρο στο ξύλο.
Αν και πιτσιρίκι δεν τον φοβόμουν. Τον «μαύρο». Τον σιχαινόμουν. Λίγο καιρό πριν, είχε αρρωστήσει η μητέρα μου. Χριστούγεννα πρέπει να ήταν ή Πάσχα. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Πάντως ήταν μεγάλη γιορτή. Με πολλές ημέρες αργίας. Έψαχνε να βρει ο πατέρας μου γιατρό, για να έρθει στο σπίτι και δεν έβρισκε. Τελικά ήρθε ο Χιωτάκης. Που ήταν παλαιότερα και βουλευτής της ΕΔΑ.  Ήρθε, την εξέτασε και έφυγε χωρίς να πάρει χρήματα. Δεν θέλησε να πληρωθεί! Την άλλη ημέρα είχαμε επισκέψεις. Από τον «μαύρο». Χωρίς να ρωτήσει τι κάνει η μητέρα μου, έκανε παρατήρηση στον πατέρα μου γιατί έφερε το «κομουνιστή». Χαθήκανε οι δικοί τους γιατροί;

 Παράτησα λοιπόν το παιχνίδι και έφυγα. Αμέσως. Πήγα σπίτι. Ενημέρωσα το πατέρα μου.
-         Εσύ δεν θα πάς. Δεν έχεις καμία δουλειά να πάς στον Αποστάτη. Αν σου πει τίποτα ο βρομιάρης, να του πεις ότι εγώ δεν σε άφησα.
Βγαίνοντας πάλι στο δρόμο για να συνεχίσω το παιχνίδι, είδα ότι τα περισσότερα παιδιά είχαν σταματήσει. Κουβέντιαζαν ψιθυριστά. Μίλαγαν για τον «Αποστάτη».  Έτσι τον έλεγαν και αυτά. Συμφωνήσαμε να πάμε. Όλοι μαζί. Να κάνουμε χαβαλέ. Να σπάσουμε πλάκα.
Κάτσαμε στο μπεντένι του μπακάλικου. Του Ευτύχη. Που ήταν απέναντι από το καφενείο. Όμορφα και ήσυχα. Μετά από  λίγο ήρθαν τα αυτοκίνητα. Μερσεντές. Μπροστά ο Μητσοτάκης και πίσω του οι κολαούζοι. Οι παρατρεχάμενοι. Μόλις κατέβηκαν από τα αυτοκίνητα, αρχίσαμε να φωνάζουμε ρυθμικά το όνομα του. Με όλη μας τη δύναμη. Χωρίς να παίζουμε παλαμάκια.
Μη-τσο-τά-κης, Μη-τσο-τά-κης…
Ο "μαύρος" ξιπάστηκε.   Ο Μητσοτάκης ενθουσιάστηκε.  Ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε μία κούτα. Ήρθε κοντά μας. Μοίρασε  από ένα μολύβι στον καθένα. Φάμπερ παρακαλώ!
Τα παίρναμε και γελούσαμε! Σε μένα τα γέλια βγήκαν ξινά. Όταν επέστρεψα στο σπίτι , με περιέλαβε ο πατέρας μου. Με ένα μάτσο βούρλα. Σιρντισμένα. Από αυτά που έδενε τα ματσικά.  Μου έκανε τα μπατζάκια κατακόκκινα. Φορούσα κοντό παντελόνι.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το όνομα του. Δυστυχώς δεν ήταν η τελευταία. Ήταν όμως η πρώτη και τελευταία φορά που τον συναντούσα ή τον έβλεπα από κοντά.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά προ ημερών, διαβάζοντας για την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του. Αλλά και για τα όσα είπε σε αυτήν.
Τώρα που έχει βγει στη σύνταξη, αυτός και οι στρατιές, των διορισμένων στο δημόσιο, βαπτηστηριών του, μπορεί να λέει ότι θέλει. Εκ του ασφαλούς. Δικαίωμα του να δοξάσει την υστεροφημία του. Το υπέρμετρο «εγώ» του. Όπως τον βολεύει. Αν η κυβέρνηση του ήταν η καλλίτερη και  «πιο μπροστά από την εποχή της».
Αν αυτός ως πολιτικός ήταν ο άριστος και έτη φωτός πιο μπροστά.
Η Ιστορία θα το γράψει.
Από μόνη της
Έτσι όπως πρέπει.
Ανεξίτηλα…..

Δεν υπάρχουν σχόλια: