Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Σκύλα, πλην όμως μάνα!


Την έβλεπα καιρό.
Πασαδογύριζε στην άκρη του χωραφιού.
Κοντά στα κυπαρίσσια.  
Δεν της είχα δώσει σημασία.
Την είχα καταχωρήσει, ως άλλο ένα ταλαίπωρο αδέσποτο.
Σαν αυτά που εγκαταλείπονται συχνότατα στη περιοχή μας.
Περιφέρονται για λίγες ημέρες και μετά φεύγουν. 


Σήμερα το πρωί, άπλωνα λάστιχα ποτίσματος.
Βιαζόμουνα.
Με περίμενε και ένας σωρός κοπριάς.
Για κουβάλημα και σκόρπισμα. 
Πριν φυτέψω.
Καθώς ήμουν αφοσιωμένος στη δουλειά μου, άκουσα ξαφνικά πίσω μου και πολύ κοντά μου γρυλίσματα. Γύρισα και την είδα. Ήταν έτοιμη να μου επιτεθεί. Φαινόταν φρεσκογεννημένη.
Παράτησα τη δουλειά. Γονάτισα επιτόπου και της μίλησα με σιγανή, ήρεμη φωνή. Σταμάτησε να με πλησιάζει. Το γρύλισμα έγινε γαύγισμα.   


Σιγά-σιγά οπισθοχώρησε. Επέστρεψε στα κυπαρίσσια. Με παρατηρούσε ανήσυχη. Γαβγίζοντας πάντα.  


Γέμισα ένα γουβά νερό, έκλεψα από του γαμπρού μου τα γουρούνια, ένα ψωμί αφάγωτο, πήρα τη φωτογραφική μηχανή και πλησίασα προς το μέρος της σιγά-σιγά. Δεν με άφησε να πλησιάσω πολύ. 


Παράτησα το ψωμί, το νερό και απομακρύνθηκα.  Παρακολουθώντας την. Βούτηξε το ψωμί με μια χαψιά και εξαφανίστηκε  στο χαντάκι. 


Τόλμησα να πλησιάσω ακόμα πιο πολύ. Έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο.
 Έφτασα πολύ κοντά. Καθοδηγούμενος και από τις αδύνατες φωνούλες των νεογέννητων.  Ήταν ξαπλωμένη, τάιζε τα μωρά της και έτρωγε το ψωμί. Τράβηξα τη φωτογραφία και έφυγα.
Συνέχισα τη δουλειά μου. Έχοντας την έννοια της.  Μετά από πολύ ώρα την είδα να φεύγει. Από την άλλη μεριά. 
Ξαναπήγα κοντά. Είδα έξι σκυλάκια. Να κοιμούνται. 


Όφου τα κακορίζικα! 
Που θάλεγε και μια θειά μου. 
Ώρα της καλή εκεί που είναι….

Δεν υπάρχουν σχόλια: