Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Της θείας το Κυριακάτικο … αγίασμα.



Κυριακή πρωί-πρωί.
Ξημερωμένα.
Κατά τις εννιά.
Ενώ κοιμόταν του καλού καιρού.
Τη ξύπνησε ο κόπρος.
Του ωσεί συζύγου.
Είχε φύγει για ένα μνημόσυνο και της τον είχε αφήσει.
Για βόλτα.
Μετά κατουρήματος.


Σηκώθηκε … ψέλνοντας.
Έβαλε την εσπρεσιέρα.
Γυρνώντας να βρει το καφεδάκι της έτοιμο.
Πέρασε στο σκύλο το λουρί και βγήκε έξω.
Έτσι.
Όπως ήταν.
Άπλυτη.
Αναμαλλιασμένη.
Με τις πυτζάμες.
Και το πασουμάκι.
Μισή μπουκιά ο σκύλος.
Την έσερνε.
Πέρασαν το δρόμο κάθετα.
Σταμάτησαν απέναντι.
Στις γειτόνισσας τη πόρτα.


Όπου γειτόνισσα  η θειά μου.
Είχε αργήσει να πάει στην εκκλησία.
Της έτυχε, βρήκε σήμερα, να τη πάρει ο ύπνος της ημέρας.
Την ώρα που άνοιγε τη πόρτα, την είδε.
Να βγαίνει έξω ξεδιάντροπα νεγκλιζέ.
Με το κοπρόσκυλο.
Που της έχεζε τη πόρτα.
Γύρισε τα μπρος πίσω.
Ανέβηκε τις σκάλες φουριόζα.
Βγήκε στο μπαλκόνι.
Βούτηξε το γουβά με τα τσίρια της.
Δυό μέρες τα μάζευε.
Εξεπιτούτου.
Για την, όποια και αν είναι, παστρικιά.


Την ώρα που η άλλη ετοιμαζόταν να φύγει.
Με τα σκατά του σκύλου παρατημένα.
Στην εξώπορτα της θείας.
Ήλούσθη.
Πατόκορφα.
Από τη θεία.


Άναρθρες κραυγές.
Στριγκλιές.
Κλάματα.
Κατάρες.
Απειλές.
Κατινιές.
Γαυγίσματα.
Ένθεν κακείθεν.
Εκατέρωθεν
Από χαμηλά  προς τα ψηλά.
Από πάνω προς τα κάτω.


Εν τω μεταξύ.
Κρύωσε  το εσπρεσάκι.
Κάτουρο έγινε και αυτό.

 Ξεσκόλισε και η εκκλησιά.
Ποιός νοιαζόταν πιά....